Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2012

Συνάντηση με καθηγητή Greg Brooks*


«Οι δυσκολίες γραμματισμού (literacy difficulties) που εμφανίζονται στα παιδιά μπορούν να αντιμετωπιστούν αποφασιστικά μόνο όταν η κάθε μια και ο κάθε ένας εκπαιδευτικός κάθε ειδικότητας, τόσο της πρωτοβάθμιας όσο και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, αντιληφθούν ότι πρώτα και πάνω απ’ όλα διδάσκουν γλώσσα» (G. Brooks).

Πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2012 στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο συνάντηση του ομότιμου καθηγητή του Πανεπιστημίου του Sheffield και μέλους του European Commission High Level Group on Literacy, Δρ Greg Brooks με τις ομάδες υποστήριξης της εφαρμογής του νέου Προγράμματος Σπουδών της Νέας Ελληνικής Γλώσσας στη Δημοτική και Μέση Εκπαίδευση. Στη συνάντηση παρευρίσκονταν η Διευθύντρια του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, Δρ Αθηνά Μιχαηλίδου και ο Πρόεδρος της Επιτροπής Διαμόρφωσης των νέων Αναλυτικών Προγραμμάτων, καθηγητής Γιώργος Τσιάκαλος.

Κατά τη διάρκεια της συνάντησης οι λειτουργοί του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού είχαν την ευκαιρία να ανταλλάξουν απόψεις με τον ομότιμο καθηγητή γύρω από θέματα που αφορούν το γραμματισμό (literacy) και τη σημασία του στον 21ο αιώνα καθώς επίσης και για διάφορα παρεμβατικά προγράμματα που εφαρμόζονται στην Αγγλία για αντιμετώπιση προβλημάτων γραμματισμού (λειτουργικού α-γραμματισμού και αναλφαβητισμού) που εμφανίζονται σε παιδιά και εφήβους στην πρωτοβάθμια και στην πρώτη βαθμίδα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (γυμνάσιο). Μέσα από τη συζήτηση διαφάνηκε ότι και στην Αγγλία η εκπαιδευτική κοινότητα αντιμετωπίζει παρόμοια ζητήματα σε σχέση με το λειτουργικό γραμματισμό και αλφαβητισμό των παιδιών με κυριότερο την ανάγκη απάλειψης των φαινομένων μειωμένης ευχέρειας χρήσης της μητρικής γλώσσας σε πολλούς τομείς της κοινωνικής ζωής και των επιστημών, που διαπιστώνονται επανειλημμένως, ακόμη και από διεθνείς έρευνες.

Ακολούθως ο κ. Brooks, ενημερώθηκε για τις αλλαγές που προωθούνται στο εκπαιδευτικό σύστημα της Κύπρου μέσα από την εφαρμογή των νέων Αναλυτικών Προγραμμάτων και χαρακτήρισε εξαιρετική και ιδιαίτερα σημαντική την καινοτομία που εισάγεται στο μάθημα της Γλώσσας: «η παροχή ευκαιριών στα παιδιά για αξιοποίηση και επεξεργασία “πραγματικών” κειμένων που τα ίδια επιλέγουν και φέρνουν στην τάξη κατά τη διαδικασία της μάθησης», όπως σημείωσε, «λειτουργεί προστατευτικά για παιδιά που πιθανόν αργότερα να παρουσίαζαν δυσκολίες σε θέματα κατανόησης και αποτελεσματικής χρήσης της μητρικής τους γλώσσας και συμβάλλει καταλυτικά στο λειτουργικό εγγραμματισμό και αλφαβητισμό των παιδιών βοηθώντας ταυτόχρονα στην “εν τη γενέσει” καταπολέμηση ελλείψεων που πιθανόν να αντιμετωπίσουν τα παιδιά σε θέματα κατανόησης και αποτελεσματικής χρήσης της μητρικής τους γλώσσας».

Κυριάκος Κυριάκου
Λειτουργός Γραφείου Αναλυτικών Προγραμμάτων
Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού

*Τα ερευνητικά ενδιαφέροντα του καθηγητή Greg Brooks εστιάζονται στην πρώτη ανάγνωση και γραφή, στον εγγραμματισμό (αλφαβητισμός) και στους τρόπους αντιμετώπισης των δυσκολιών γραμματισμού (literacy difficulties) που αντιμετωπίζουν παιδιά και νεαροί έφηβοι.

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2012

Νέα Αναλυτικά Προγράμματα: Από τη θεωρία, ήδη στην πράξη - η δράση των ομάδων υποστήριξης.


Της Βασιλικής Σελιώτη*

Η λήξη του τετραμήνου στα δημόσια σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης συμπίπτει με την τετράμηνη ήδη εφαρμογή των Νέων Αναλυτικών Προγραμμάτων (Ν.Α.Π.) στη Γυμνασιακή (αλλά και στη Δημοτική) Εκπαίδευση. Η εφαρμογή αυτή, αν και όχι πλήρης ακόμα, βαδίζει σύμφωνα με τις δεσμεύσεις και ανακοινώσεις του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού (Υ.Π.Π.), το οποίο, πάντως, αν και πορεύεται σταθερά με βάση το πλάνο που ετοίμασε και κοινοποίησε από το Σεπτέμβρη, παραμένει ευέλικτο διαφοροποιώντας, όπου χρειάζεται, πτυχές αυτής της εφαρμογής.\

Κατά τη σχολική χρονιά 2010-11, μεγάλο μέρος της προσπάθειας αφορούσε την όσο το δυνατόν καλύτερη προετοιμασία για κάθε γνωστικό αντικείμενο, έτσι που η εισαγωγή και εφαρμογή τους να γίνει ομαλά και απρόσκοπτα -όσο ομαλά και απρόσκοπτα ασφαλώς είναι δυνατόν να εισαχθεί μια σημαντική καινοτομία σ’ ένα εκπαιδευτικό σύστημα. Έτσι, με αφετηρία το πλαίσιο αρχών των Ν.Α.Π. αλλά και με κριτήριο τις ιδιαιτερότητες κάθε μαθήματος και αντίστοιχα τις ανάγκες κάθε κλάδου, έγινε μια σημαντική δουλειά, η οποία στόχευσε τόσο στην εξασφάλιση του αναγκαίου εκπαιδευτικού υλικού όσο και στην επιμόρφωση εκπαιδευτικών. Μέρος αυτής της δουλειάς υπήρξε και η μικρής κλίμακας, περιορισμένη εφαρμογή των Ν.Α.Π. (έμεινε γνωστή ως «μπόλιασμα»), που πραγματοποιήθηκε την περασμένη άνοιξη σε αριθμό σχολικών μονάδων και η οποία έδωσε τη δυνατότητα αφενός μεν να εξοικειωθούν εκπαιδευτικοί και σχολεία με τη διαδικασία εφαρμογής και αφετέρου να ρυθμιστούν ακόμα καλύτερα -και με κριτήριο την πράξη- τα νέα Προγράμματα Σπουδών (Π.Σ.).

Η προετοιμασία αυτή δεν σταμάτησε ποτέ. Αποτέλεσε απλώς την προεργασία, συνέχεια της οποίας είναι οι φετινές δράσεις του Υπουργείου με αιχμή του δόρατος τις ομάδες υποστήριξης των Ν.Α.Π. που συγκροτήθηκαν ανά γνωστικό αντικείμενο. Οι ομάδες αυτές,  στελεχωμένες από αποσπασμένους εκπαιδευτικούς -κυρίως, αλλά όχι μόνο, στο νεοσύστατο σχετικά Γραφείο Αναλυτικών Προγραμμάτων- συνεργάζονται με τους Επιθεωρητές του κλάδου και συνήθως και με τους Ακαδημαϊκούς που εκπόνησαν τα νέα Π.Σ., εργάζονται, δε, σε διάφορα επίπεδα.

Παράγουν καταρχήν νέο εκπαιδευτικό υλικό, το οποίο ανά περίπτωση έχει διαφορετική μορφή: ηλεκτρονική τράπεζα κειμένων (Νέα Ελληνική Γλώσσα), ασκήσεις για το μαθητή (Μαθηματικά), φύλλα εργασίας (Βιολογία), εγχειρίδια για το μαθητή και για τον εκπαιδευτικό (Λογοτεχνία και Αρχαία Ελληνική Γλώσσα), τράπεζα πηγών (Ιστορία), φύλλα δραστηριοτήτων για συγκεκριμένες θεματικές ενότητες (Οικιακή Οικονομία), ενδεικτικός σχεδιασμός θεματικών ενοτήτων και μαθημάτων. Τον όγκο και την ποιότητα αυτού του υλικού, μπορεί κανείς να τα διαπιστώσει και αντίστοιχα να αξιολογήσει, αν επισκεφθεί την ιστοσελίδα του Υ.Π.Π. ή των Ν.Α.Π.

Οι ομάδες υποστήριξης λαμβάνουν επίσης μέρος στις κεντρικές επιμορφωτικές δράσεις που οργανώνει το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο Κύπρου (Π.Ι.Κ.), ως επιμορφωτές των εκπαιδευτικών της ειδικότητάς τους ακόμα και στα προαιρετικά σεμινάρια, τα οποία το Π.Ι.Κ. φρόντισε από νωρίς να προσανατολίσει στις ανάγκες της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Παράλληλα, αναπτύσσουν δράση εντός των σχολικών μονάδων με προγραμματισμένες επισκέψεις, όπου, πάντα σύμφωνα με τις ανάγκες κάθε κλάδου, στηρίζουν τους εκπαιδευτικούς ποικιλότροπα. Συζητούν μαζί τους ζητήματα που απορρέουν από την εφαρμογή των Ν.Α.Π. και των νέων Π.Σ., διευκρινίζοντας σημεία που αφορούν τις παιδαγωγικές αρχές, τη μεθοδολογία, το νέο εκπαιδευτικό υλικό και την αξιοποίησή του στη διδακτική πράξη, τον προγραμματισμό και την οργάνωση της διδασκαλίας. Παράλληλα, σε ορισμένα γνωστικά αντικείμενα προβαίνουν σε δειγματικές διδασκαλίες, με στόχο να εξοικειωθούν και πρακτικά οι εκπαιδευτικοί με την εφαρμογή ανά αντικείμενο. Των διδασκαλιών αυτών, πάντοτε επιδιώκεται να προηγείται ή να ακολουθεί συζήτηση, ώστε οι εκπαιδευτικοί που τις παρακολουθούν να κατανοούν τη φύση και τη στόχευση των αλλαγών και να μην αντιγράφουν μηχανιστικά αλλά να αξιοποιούν ενσυνείδητα και δημιουργικά αυτό που βλέπουν.

Σταθερό σημείο έμφασης για τη δουλειά των ομάδων υποστήριξης είναι η καλλιέργεια κουλτούρας μελέτης των Ν.Α.Π. και των νέων Π.Σ., ώστε η διδασκαλία να οργανώνεται πια με αφετηρία αυτά και όχι με το εκπαιδευτικό υλικό, όπως συνηθίζαμε, γιατί μόνο έτσι η αλλαγή θα είναι ολοκληρωμένη και ενσυνείδητη: όταν κάθε εκπαιδευτικός θα οργανώνει τη μαθησιακή διαδικασία με βάση τις παιδαγωγικές αρχές που προβλέπονται στο Ν.Α.Π. και την μεθοδολογία που προβλέπει το Π.Σ. του αντικειμένου του και γνωρίζει βγαίνοντας από την τάξη πώς και πόσο η διδασκαλία του ήταν ρυθμισμένη και προσανατολισμένη στους άξονες των Ν.Α.Π. (επαρκές και συνεκτικό σώμα γνώσεων, αξίες, στάσεις και συμπεριφορές του δημοκρατικού πολίτη, ικανότητες-κλειδιά) πάνω στους οποίους στηρίζεται η δια της εκπαίδευσης δημιουργία του ανθρώπου του 21ου αι.    
Τέσσερις μήνες εφαρμογής, παρά τις αναμενόμενες αλλά και λογικές ως ένα βαθμό ανησυχίες, δείχνουν ότι η εφαρμογή των Ν.Α.Π. εφαρμόζεται όπως τροχοδρομήθηκε. Είναι πια μέρος της κουλτούρας των εκπαιδευτικών των Γυμνασίων που εναρμονίζονται με τις αλλαγές όλο και πιο δυναμικά και δημιουργικά και ακριβώς γι’ αυτό, η πορεία εφαρμογής είναι μη αναστρέψιμη, έτσι όπως πρέπει: γιατί χρειαζόμαστε κατά κοινή ομολογία ένα εκπαιδευτικό σύστημα που να απελευθερώνει τις δυνατότητες και να αναβαθμίζει τις προοπτικές της κυπριακής κοινωνίας και κυρίως αυτές των νεότερων μελών της, των μαθητών μας.


*Φιλόλογος
Λειτουργός Γραφείου Αναλυτικών Προγραμμάτων

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2012

Η Βουλή σταυρώνει την Παιδεία- Ανακοίωση Προοδευτικής

Μιλάτε τζαι… κυπριακά


Αξιοποιείται η διάλεκτός μας στα σχολεία

Μιλάτε τζαι… κυπριακά


Το νέο αναλυτικό πρόγραμμα νεοελληνικής δίνει ένα τέλος στη σύγχυση για το αν πρέπει οι καθηγητές και μαθητές να μιλούν και κυπριακά στα σχολεία

Η ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ της κυπριακής διαλέκτου θα επιφέρει θετικότατα αποτελέσματα στην εκπαίδευση γενικότερα του τόπου

Στο νέο μάθημα της γλώσσας, οι μαθητές θα έχουν την ευκαιρία να επεξεργαστούν με τον εκπαιδευτικό τους διάφορα κειμενικά είδη του προφορικού και του γραπτού λόγου και την κυπριακή διάλεκτο.

 

Σημερινή

15/01/2012 | Του Κυριάκου Πενηνταέξ


Στα κυπριακά σχολεία πάντοτε υπήρχε μια αμηχανία σε ό,τι αφορά το ρόλο της διαλέκτου μας στον τρόπο διδασκαλίας και γενικότερα στο εκπαιδευτικό σύστημα. Σε ορισμένα σχολεία οι επιθεωρητές επιτρέπουν στους καθηγητές και μαθητές να χρησιμοποιούν την κυπριακή διάλεκτο, ενώ σε άλλα, λόγω άγνοιας, αρκετοί καθηγητές απαγορεύουν τη χρήση της κυπριακής διαλέκτου, θεωρώντας την εμπόδιο στη εκμάθηση της νεοελληνικής.

Το ζήτημα πλέον ξεκαθαρίζει, αφού φιλοσοφία του νέου αναλυτικού προγράμματος νεοελληνικής γλώσσας, που ξεκίνησε φέτος να εφαρμόζεται από το Υπουργείο Παιδείας στη δημοτική και μέση εκπαίδευση, είναι πως πρέπει να αξιοποιείται και η κυπριακή διάλεκτος για να επιτευχθεί μια σωστότερη μετάβαση των μαθητών στη νεοελληνική γλώσσα.

Στιγματισμένη η διάλεκτος
Η υπεύθυνη του νέου αναλυτικού προγράμματος για τη γλώσσα, καθηγήτρια γλωσσολογίας Σταυρούλα Τσιπλάκου, δήλωσε στη «Σ» ότι σε πολλές χώρες οι διάλεκτοι είναι κοινωνικά «στιγματισμένες» όσον αφορά στο ρόλο που μπορούν να παίξουν στη γλωσσική διδασκαλία. «Αυτό συνέβαινε ως τώρα και στην Ελλάδα και στην Κύπρο, όπως έχουν δείξει και πολλές επιστημονικές έρευνες», είπε η κ. Τσιπλάκου.

Πρόσθεσε ότι στην Κύπρο η διάλεκτος κατά κανόνα δεν θεωρείται όργανο και μέσο καλλιέργειας του γραμματισμού, παρά το γεγονός ότι μπορεί να έχει και γραπτή παράδοση. «Συχνά κυριαρχούν απόψεις περί ''γλωσσικού ελλείμματος'' των μαθητριών και των μαθητών ή και της γλωσσικής κοινότητας στο σύνολό της», συμπλήρωσε.

Η καθηγήτρια γλωσσολογίας τόνισε ότι ένας από τους στόχους του νέου προγράμματος είναι να αξιοποιήσει δυναμικά και ουσιαστικά τη γλωσσική ποικιλότητα και να την καταστήσει εργαλείο γλωσσικής καλλιέργειας, με απώτερο στόχο την ενίσχυση της γλωσσομάθειας και τη δημιουργία κριτικών στάσεων απέναντι στη γλώσσα.

Οι λόγοι
Έρευνα που διενήργησε η κ. Τσιπλάκου αναφέρει τους λόγους που πρέπει να αξιοποιηθεί η κυπριακή διάλεκτος στο εκπαιδευτικό σύστημα.

«Σε οποιοδήποτε παιδαγωγικό μοντέλο που ασπάζεται την αρχή ότι η επόμενη γνώση οικοδομείται πάνω σε προηγούμενη, η προϋπάρχουσα γνώση οφείλει να αξιοποιείται. Στην περίπτωση του γλωσσικού μαθήματος, η προϋπάρχουσα γνώση της διαλέκτου, το προϋπάρχον γλωσσικό κεφάλαιο των παιδών, οφείλει να γίνει όργανο οικοδόμησης της γνώσης της νέας ελληνικής. Αυτό συνεπάγεται αντιπαραβολική διδασκαλία της κυπριακής και της νέας ελληνικής, προκειμένου να καταστούν συνειδητές στις μαθήτριες και στους μαθητές οι ομοιότητες και οι διαφορές τους, ως μηχανισμός όξυνσης της μεταγλωσσικής τους ενημερότητας», αναφέρεται στην έρευνα.

Επίσης θεωρεί ότι στην παιδαγωγική του κριτικού γραμματισμού παίζει τεράστιο ρόλο η επίγνωση του ρόλου που μπορεί να διαδραματίσει η γλωσσική ποικιλότητα στην επικοινωνία.

«Αν πρόκειται να διδαχθεί λειτουργικά η διαφοροποίηση της γλώσσας, ανάλογα με το κειμενικό είδος και την περίσταση μέσα στην οποία γεννάται, καθώς και οι τρόποι με τους οποίους οι διάφορες μορφές της γλώσσας κωδικοποιούν ιδεολογήματα, κοινωνικές σχέσεις και πολιτισμικές πρακτικές, αυτό δεν μπορεί να γίνει εν κενώ και ερήμην της γλωσσικής πραγματικότητας των μαθητριών και των μαθητών».

Η έρευνα καταλήγει ότι η αξιοποίηση της κυπριακής διαλέκτου θα επιφέρει θετικότατα αποτελέσματα στην εκπαίδευση γενικότερα του τόπου.

Πώς γίνεται το μάθημα γλώσσας
Κατά τακτά χρονικά διαστήματα οι μαθητές θα έχουν την ευκαιρία να επεξεργαστούν με τον εκπαιδευτικό τους διάφορα κειμενικά είδη του προφορικού και του γραπτού λόγου. «Επιλέγει ο δάσκαλος ή καθηγητής κείμενα είτε από λογοτεχνικά βιβλία ή από το διαδίκτυο, άρθρα εφημερίδων στη ελληνική γλώσσα ή στην κυπριακή διάλεκτο και στη συνέχεια γίνεται μια προσπάθεια σύνδεσης και κατανόησής τους», εξήγησε η καθηγήτρια.

Πρόσθεσε ότι στο πρόγραμμα «δεν προβλέπεται καμία μορφή ''διαχωρισμού'' των δύο ποικιλιών, ούτε στις ώρες διδασκαλίας ούτε μέσα στο μάθημα». «Αντίθετα, προβλέπει συνειδητή αντιπαραβολή. Δεν κάνει ρυθμίσεις ως προς το πώς πρέπει να μιλάνε μέσα στην τάξη οι εκπαιδευτικοί και οι μαθήτριες/μαθητές. Στη συζήτηση μέσα στην τάξη προτείνεται να χρησιμοποιείται όποια μορφή (ή μορφές) γλώσσας εξυπηρετούν καλύτερα την κατανόηση των νοημάτων», είπε η Σταυρούλα Τσιπλάκου.

«Ωστόσο, τόνισε, «στις δραστηριότητες παραγωγής λόγου, είτε προφορικού είτε γραπτού, θέλουμε οι μαθήτριες και οι μαθητές να είναι απόλυτα συνειδητοποιημένοι όσον αφορά ποια ποικιλία μιλούν/γράφουν, ανάλογα με τις απαιτήσεις του κειμενικού είδους, τον πομπό, τον αποδέκτη κτλ.».

Οι μαθήτριες και οι μαθητές θα μπορούν έτσι να κατανοήσουν τις βασικές δομικές ομοιότητες και διαφορές της νέας ελληνικής γλώσσας και της κυπριακής διαλέκτου και να είναι σε θέση να τις χρησιμοποιούν σωστά.

«Η αξιοποίηση δεξιοτήτων από τη μητρική γλώσσα στο πλαίσιο διδακτικών μοντέλων προσθετικής διγλωσσίας μπορεί να έχει ευεργετικά αποτελέσματα. Τέτοιες δεξιότητες περιλαμβάνουν, π.χ., την ικανότητα εντοπισμού και κατανόησης βασικών εννοιών με βάση το κειμενικό ή επικοινωνιακό συγκείμενο. Επίσης, κοινές γλωσσικές λειτουργίες και κειμενικά είδη και οι κειμενικές και πολιτισμικές-κοινωνικές συμβάσεις που τα διέπουν, μπορεί να είναι ήδη γνωστά στη μητρική γλώσσα και επομένως αναγνωρίσιμα στη δεύτερη. Ακόμα και η μεταγλωσσική επίγνωση της γραμματικής της μητρικής γλώσσας μπορεί να βοηθήσει στη συνειδητή εκμάθηση της δεύτερης», αναφέρει έρευνα της καθηγήτριας γλωσσολογίας.

Οι πρώτες εντυπώσεις καθηγητών και γονέων για το νέο αναλυτικό πρόγραμμα για τη γλώσσα είναι πολύ θετικές. Κτίζεται, πλέον, η αντίληψη ότι η κυπριακή διάλεκτος αποτελεί κληρονομιά του τόπου και πρέπει οπωσδήποτε να μείνει ζωντανή.