Τελευταίες ειδήσεις

Πέμπτη 29 Απριλίου 2010

Εκπαιδευτικό Υλικό για την 1η Μαΐου

Παρουσίαση για την 1η Μαϊου

ΜΑΘΗΤΙΚΗ ΕΠΑΛΞΗ - ΑΠΡΙΛΗΣ 2010

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΤΗ ΜΑΘΗΤΙΚΗ ΕΠΑΛΞΗ, ΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΠΕΟΜ:

1. ΚΑΒΑΖΟΓΛΟΥ ΜΙΣΙΑΟΥΛΗΣ - ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΔΟΞΑ ΣΤΟΥΣ ΗΡΩΕΣ ΜΑΣ
2. 15ο ΠΑΓΚΥΠΡΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΠΣΕΜ
3. ΠΑΓΚΥΠΡΙΟ ΔΙΗΜΕΡΟ ΠΕΟΜ ΣΤΗΝ ΠΑΦΟ
4. 23ο ΠΑΓΚΥΠΡΙΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΕΔΟΝ - Α/ΦΟΙ ΚΑΤΣΙΜΙΧΑ, ΜΑΧΑΙΡΙΤΣΑΣ-ΚΟΤΣΙΡΑΣ, ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
5. ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ
6. 9 ΜΑΗ - ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΤΙΚΗ ΝΙΚΗ
7. ΜΑΝΟΣ ΞΥΔΟΥΣ - ΕΦΥΓΕ Ο ''ΣΕΜΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΟΧΘΗΣ''

ΜΑΘΗΤΙΚΗ ΕΠΑΛΞΗ - ΑΠΡΙΛΗΣ 2010

Κυριακή 25 Απριλίου 2010

Προς θετική κατεύθυνση τα Αναλυτικά Προγράμματα Φιλολογικών Μαθημάτων

[1] Τα Αναλυτικά Προγράμματα [Α.Π.], χωρίς να υποκαθιστούν το σύνολο της μεταρρυθμιστικής πολιτικής στην κυπριακή εκπαίδευση, συνιστούν ωστόσο την κορύφωση μιας διαδικασίας πολυσύνθετης και πρωτόγνωρης. Ιδιαίτερα αν συγκρίνουμε με προηγούμενες διαδικασίες διαμόφωσης αναλυτικών προγραμμάτων (όπως αυτή του 2000, στην οποία ήταν περιορισμένης διάρκειας και εντεταλμένης σύνθεσης σχεδόν στο σύνολο από διοικητικούς παράγοντες του Υ.Π.Π.). Δεκάδες πανεπιστημιακοί και άλλοι ερευνητές, επιστήμονες και εκατοντάδες εκπαιδευτικοί της δημοτικής και μέσης «μάχιμης» εκπαίδευσης, όπως και επιστημονικοί φορείς, για πρώτη φορά εθελοντικά και ισότιμα συναντήθηκαν, συνδιαλέχτηκαν ή και διαφώνησαν, επεξεργάστηκαν προτάσεις και λύσεις από κοινού σε τόσο εύρος, με τόση διάρκεια και εμβάθυνση σε επιστημονικά, παιδαγωγικά και οργανωτικά πεδία –ιδιαίτερα στα φιλολογικά μαθήματα, που πιέζονται ασφυκτικά από το γενικότερο ωφελιμιστικό και τυχοδιωκτικό λάιφ στάιλ, από την παγκοσμιοποιημένη αγοραία βαρβαρότητα, που πολιορκεί τα σχολεία και την κοινωνία.

[2] Ως «Συνασπισμός Φιλολόγων» είχαμε προτείνει έγκαιρα στο ΚΔΣ του ΣΕΚΦ τη συγκρότηση ομάδων εργασίας ανά μάθημα. Πρόταση που, δυστυχώς, απορρίφθηκε πλειοψηφικά στις αρχές του 2009. Στη συνέχεια, ο «Συνασπισμός Φιλολόγων» (ευρισκόμενος σε συνεργασία με την «Προοδευτική Κίνηση Καθηγητών», με κινήσεις, ομάδες και απλούς συναδέλφους του δημοκρατικού και ευρύτερου αριστερού χώρου) μετείχε σε όλες τις Επιτροπές Α.Π. Φιλολογικών Μαθημάτων , δίπλα και μαζί με συναδέλφους όλων των ιδεολογικών απόψεων. Καταθέσαμε προτάσεις στις Επιτροπές που εργάστηκαν για τα Αρχαία Ελληνικά-Λατινικά, για την Ελληνική Γλώσσα, για τη Λογοτεχνία, για την Ιστορία, για την Κοινωνική και Πολιτική Αγωγή. Γι’ αυτό και ο «Συνασπισμός Φιλολόγων», διατηρώντας τις ενστάσεις και τις ανησυχίες του για ορισμένες πτυχές της διαδικασίας ή για επιμέρους θέματα και προτάσεις [όπως η απουσία πεδίων που θα προβάλλουν πιο έντονα τη Φιλοσοφία, την Ψυχολογία ή την Κοινωνιολογία], εκτιμά ότι πρόκειται για μια σοβαρή προσπάθεια. για να αναζωογονηθεί η δημόσια εκπαίδευση της Κύπρου (πράγμα που θα επηρεάσει καθοριστικά και το περιεχόμενο της ιδιωτικής). Συντείνει στο να περιοριστούν τα χάσματα ανάμεσα στις βαθμίδες της εκπαίδευσης και να εξασφαλιστεί η ομαλή συνέχεια από βαθμίδα σε βαθμίδα και από τάξη σε τάξη., Επίσης, προσανατολίζει στο να ενισχυθεί η εκπαιδευτική αποκέντρωση και η αυτονομία της σχολικής μονάδας.

Στην Αρχαία Ελληνική Γλώσσα και Γραμματεία, όπως και στα Λατινικά: παρόλο που θα μπορούσαμε να προβάλλουμε κι άλλες προτάσεις για επιλογή συγγραφέων και έργων, κρατάμε ως ουσιαστικό δεδομένο την γενικότερη κατεύθυνση: Η φιλοσοφία και μεθοδολογία της διδασκαλίας των κλασικών γλωσσών, στις προτάσεις του νέου Α.Π. στηρίζουν τη γνώση και την κατανόηση των απαρχών του ελληνικού και ευρωπαϊκού πολιτισμού, αλλά και την γόνιμη επαφή τους με τη σύγχρονη πραγματικότητα και την καλλιέργεια της αυτοσυνείδησης του σκεπτόμενου μαθητή. Η πολυτροπικότητα –στο πλαίσιο του σύγχρονου γραμματισμού-, η διατήρηση της αυτοτέλειας στη διδασκαλία της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας, η υπέρβαση της προγονοπληξίας, μα και της άγονης μετωπικής διδασκαλίας και της παροδοσιακής διδακτικής προσέγγισης στη μετάφραση αρχαίων κειμένων συνιστούν θετικές εξελίξεις. Συνδυάζονται με την αποτελεσματικότητα της διδασκαλίας των αρχαιογνωστικών μαθημάτων, οργανικά ενταγμένων στο ευρύ φάσμα σπουδών εντός του νέου Α. Π., με τη διαφορετική φιλοσοφία στη μεταφραστική διαδικασία, την έμφαση στην ουσιαστική κειμενοκεντρική προσέγγιση, την ενσωμάτωση των Νέων Τεχνολογιών. Πρέπει να επισημανθεί η πρόταση της Επιτροπής Α.Π. για την ανάγκη συγγραφής νέων εγχειριδίων που να υπηρετούν τη νέα φιλοσοφία και να κινούν το ενδιαφέρον των μαθητών, καθώς τα υπάρχοντα, ιδιαίτερα στο Γυμνάσιο, κινούνται σε μια διαφορετική κατεύθυνση και δημιουργούν επιπρόσθετα προβλήματα. Ενδιαφέρουσα επιπλέον είναι η σύζευξη αρχαίας ελληνικής και λατινικής γραμματείας με την πρόταση για διδασκαλία μεταφρασμένων έργων ή αποσπασμάτων της λατινικής γραμματείας στο Λύκειο.

Στη Νέα Ελληνική Γλώσσα συμφωνούμε με το βασικό μέλημα των προτάσεων, δηλαδή τον επαναπροσδιορισμό του μαθήματος της Γλώσσας ως μαθήματος κριτικού γραμματισμού. Με την έννοια ότι το γλωσσικό μάθημα επιδιώκει την καλλιέργεια συνειδητής επίγνωσης του τρόπου που η γλώσσα (ανεξάρτητα αλλά και σε αλληλεπίδραση με άλλους σημειωτικούς κώδικες, όπως τις εικόνες ή τους ήχους) λειτουργεί μέσα σε συγκεκριμένα κοινωνικοπολιτισμικά περιβάλλοντα χρήσης και σε κοινότητες πρακτικής. Επίσης, δεν έχουν μικρότερη σημασία προτάσεις που αναδεικνύουν το σεβασμό της παιδικής και νεανικής ηλικίας, την καλλιέργεια των γλωσσικών δεξιοτήτων των μαθητών και την ικανότητα δημιουργικής αξιοποίησης της ποικιλότητας εντός της μητρικής γλώσσας (άρα και της επιστημονικής αξιοποίησης της κυπριακής διαλέκτου). Βλέπουμε ως ορθό τον απώτερο σκοπό της γλωσσικής διδασκαλίας, δηλαδή τη συνδιαμόρφωση των μαθητών σε κριτικά υποκείμενα, σε άτομα που μπορούν να διαπραγματεύονται κριτικά τον κόσμο τους αλλά και τον κόσμο πιο γενικά μέσα από κείμενα που παράγουν ή καλούνται να επεξεργαστούν. Η αξιοποίηση συνεργατικών πρακτικών και κοινωνικών δεδομένων στη διδασκαλία της γλώσσας, η κατανόηση του ρόλου κειμένων και κειμενικών ειδών ως μηχανισμών ιδεολογικών, ο προφορικός και ο γραπτός λόγος ως διαλογικές διαδικασίες στηρίζουν μια άλλη οπτική στο μάθημα και τροφοδοτούν νέα στοιχεία στο περιεχόμενο και στις στρατηγικές διδακτικής.

Στη Λογοτεχνία περισσότερο από κάθε άλλη φορά το Α.Π. εστιάζει στα λογοτεχνικά κείμενα και στην αναζήτηση ολόπλευρης λογοτεχνικής παιδείας. Δίνεται προσοχή στην ενεργό συμμετοχή των μαθητών, ως αναγνωστών και ερμηνευτών, και στην απόκτηση συνεκτικού και επαρκούς σώματος γνώσεων για την ελληνική (και για την κυπριακή εκδοχή της) και την ξένη μεταφρασμένη λογοτεχνία. Προκρίνεται ο «κριτικός λογοτεχνικός γραμματισμός» και η γλωσσική, αισθητική και πολιτισμική αγωγή των μαθητών. Υπογραμμίζεται η σπουδαιότητα επιλογών που επιτρέπουν τη διάδραση λογοτεχνίας- τεχνών και τη διαθεματική προσέγγιση του λογοτεχνικού πεδίου ως αισθητικού-πολιτισμικού φαινομένου. Ξεχωριστή σημασία αποκτά η προσπάθεια συνομιλίας με τη νεοελληνική (και η σαφώς αξιόλογη κυπριακή συμβολή σ’ αυτήν μέσα από κείμενα διαλεκτικά και μη) και την ευρωπαϊκή λογοτεχνία. Η επεξεργασία, εκτός από τις υπάρχουσες,, και νέων επιλογών από κείμενα διδασκαλίας δεν πρέπει να αναβληθεί. Οι νέοι θεματικοί άξονες και η αποδέσμευση από παραδοσιακές διδακτικές εφαρμογές και εγχειρίδια μπορούν να ενισχύσουν τη φαντασία των μαθητών, τη δημιουργική γραφή, την αμφισβήτηση, την κριτική στάση και το σεβασμό της νεότητας.

Στην Ιστορία, η πρόταση Αναλυτικού Προγράμματος που υπογράφεται από τρία μέλη της πενταμελούς επιτροπής συντονιστών πανεπιστημιακών δεν στερείται επιστημονικών ερεισμάτων και εκσυγχρονιστικών προθέσεων σε σχέση με τα υφιστάμενα. Διαθέτει επίσης μια δική της συλλογιστική και επιχειρηματολογία ως προς την αναγκαία ανανέωση του ενδιαφέροντος για το ελληνικό και παγκόσμιο ιστορικό παρελθόν, για την κατανόηση της διαχρονικής πορείας του ελληνικού κόσμου και της Κύπρου. Αλλά για πολλούς λόγους η πρόταση αυτή αποδεικνύεται σε σημαντικά ζητήματα του περιεχομένου και της διδακτικής πιεσμένη από την εμμονή στην εθνοκεντρική αφήγηση της παγκόσμιας και ευρωπαϊκής ιστορίας. Τοποθετείται σε πρωτεύουσα θέση η ιστορική αφήγηση πολιτικών και διπλωματικών γεγονότων. Η κοινωνική και πολιτισμική ιστορία απωθείται στο περιθώριο, ακόμη και στις λυκειακές τάξεις. Η θεματική διδασκαλία και η εμβάθυνση σε καίρια προβλήματα της κυπριακής, της ελληνικής, της ευρωπαϊκής και της παγκόσμιας ιστορίας «χάνονται». Αλλά παραμένει αναγκαία η επεξεργασία νέων προτάσεων που να λαμβάνουν υπόψη τις σημερινές ανάγκες και προτεραιότητες της κυπριακής κοινωνίας και εκπαίδευσης είναι απαραίτητη σε συνδυασμό με την άμεση αντικατάσταση των αντιπαιδαγωγικών και διδακτικά άκυρων βιβλίων. Ιδίως για το βιβλίο της Γ΄ Λυκείου: είχαμε συμβάλλει στις δύο προηγούμενες χρονιές στην άσκηση συστηματικής κριτικής όπως και στην τεκμηρίωση τριών συνεχόμενων αποφάσεων του ΚΔΣ του ΣΕΚΦ ενάντια στο αδιέξοδο του περιεχόμενου και τη διδακτική αφασία του. Επισημαίνουμε ότι στην ουσία το αναλυτικό πρόγραμμα της Ιστορίας «προσαρμόζεται» στα προηγούμενα σχολικά εγχειρίδια της Ελλάδας, κάνοντας μάλιστα επιλεκτική αξιοποίησή τους. Αποκλείεται έτσι η θεματική ιστορία και επιλέγεται η αδιέξοδη αφήγηση πολιτικών και στρατιωτικών γεγονότων μεγάλων ιστορικών περιόδων, ακόμη και στο Λύκειο. Ουσιαστικά, η διδασκαλία επικεντρώνεται στην εθνική ιστορία, καθώς, εκ των πραγμάτων, τα περισσότερα από τα υπόλοιπα πεδία δε διδάσκονται και ούτε πρόκειται να διδαχθούν.

Στην Κοινωνική και Πολιτική Αγωγή με ενδιαφέρον διαπιστώνουμε την ανανεωτική διάθεση που αποτυπώνεται στο Αναλυτικό Πρόγραμμα, αλλά και την ανάγκη να υπάρξει σαφώς οριοθετημένη διδακτική περιοχή για το μάθημα στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο. Στοχεύοντας στην ανάπτυξη ικανοτήτων και δεξιοτήτων για τον ενστερνισμό ανθρωπιστικών και δημοκρατικών αξιών και στάσεων, την πρόταση διαπερνά η έγνοια για τη διαμόρφωση του ελεύθερου, υπεύθυνου, δημιουργικού, κριτικά στοχαζόμενου και δημοκρατικού πολίτη. Κατευθύνεται στην ανάδειξη της σημασίας των ανθρωπίνων και των κοινωνικών δικαιωμάτων, της ειρηνικής συμβίωσης, της συμμετοχής στη ζωή, του σεβασμού της ετερότητας και ιδιοπροσωπίας του μαθητή και του πολίτη. Επισημαίνουμε την ανάγκη ακόμη καλύτερης αξιοποίησης νέων –ιδίως θεματικών, αλλά και των Νέων Τεχνολογιών- μεθόδων στη διδασκαλία από τους φιλολόγους και στον εμπλουτισμό του περιεχομένου με πτυχές της βιωματικής εμπειρίας των νέων, των συνεργασιών μέσα από διαθεματικές διδασκαλίες, τη σύνδεση με την πολυπολιτισμική κοινωνία, με τις πτυχές του κυπριακού προβλήματος και με τη βιώσιμη και δίκαιη λύση του.

[3] Στην πορεία εφαρμογής και αλληλεπίδρασης με τις πρόσφατες και με τις αναμενόμενες αποφάσεις για εκπαιδευτικές, διοικητικές, παιδαγωγικές αλλαγές, τα Α. Π. Φιλολογικών θα κατευθύνουν θετικά το μορφωτικό επίπεδο και τις παιδαγωγικές μεθόδους σε νέες συνθέσεις. Το περιεχόμενό τους θα πρέπει να μένει ανοιχτό σε αναζητήσεις, ανατροφοδοτήσεις, σε επιλογές ευέλικτης αναπροσαρμογής στην πραγματικότητα, αφού σε σύντομα και τακτά χρονικά διαστήματα θα πρέπει να ελέγχονται επιστημονικά –όπως απαιτεί το κίνημα των εκπαιδευτικών και όπως δεσμεύτηκε ο Υπουργός Παιδείας. Θα εργαστούμε μαζί με όλους τους φιλολόγους, και όλους τους άλλους εκπαιδευτικούς για την ενίσχυση του σύγχρονου ρόλου των φιλολογικών γνώσεων, των ανθρωπιστικών σπουδών και των Νέων Τεχνολογιών. Θα επιμείνουμε στην τόνωση των ελληνικών γραμμάτων αναδεικνύοντας τον οικουμενικό χαρακτήρα των αξιών του ελληνικού και του παγκόσμιου δημοκρατικού πολιτισμού.

Αναδεικνύεται ως απαραίτητη η ουσιαστική επιμόρφωση των συναδέλφων πάνω στα νέα αναλυτικά και στους νέους τρόπους διδασκαλίας που αυτά εισάγουν. Ας θεωρηθεί ως παράδειγμα προς αποφυγή η βεβιασμένη «επιμόρφωση» που έγινε πριν από μερικά χρόνια (2006) για τα νέα βιβλία που ήρθαν από την Ελλάδα.

Καταληκτικά επισημαίνουμε την πρώτιστη όλων ανάγκη: την έγκαιρη διαμόρφωση κατάλληλου εκπαιδευτικού υλικού σε συνδυασμό με τη συγγραφή νέων βιβλίων, όπου κριθεί αναγκαίο, και τη διεύρυνση των σχολικών –μαθησιακών δραστηριοτήτων που σχετίζονται με την παραγωγή και χρήση ψηφιακού διδακτικού υλικού και με το «διαδικτυακό σχολείο».

Γιώργος Κ. Μύαρης, Γιώργος Γιαλλούρης, Σταύρος Σταύρου – διαδοχικά εκπροσωπούντες τον “Συνασπισμό Φιλολόγων” στο ΚΔΣ του ΣΕΚΦ-ΟΕΛΜΕΚ στην τριετία 2007-2010.

Πέμπτη 22 Απριλίου 2010

Η Ιστορία και το νέο σχολείο

Αντώνης Λιάκος Κυριακή 18 Απριλίου 2010



Στο πολυνομοσχέδιο που κατατέθηκε από την υπουργό Παιδείας κυρία Διαμαντοπούλου για τις αλλαγές στην εκπαίδευση, και παράλληλα με την καθιέρωση πιστοποιητικού παιδαγωγικής επάρκειας για τους εκπαιδευτικούς, χρειάζεται να περιληφθεί και ένα άρθρο για τη διδασκαλία της Ιστορίας στη Μέση Εκπαίδευση. Παρά το γεγονός ότι η ιστοριογραφία της χώρας μας έχει αναπτυχθεί με νέες έρευνες και έχει εμπλουτιστεί με νέες προσεγγίσεις και θεματικές, το σχολείο συνεχίζει να μένει καθηλωμένο σε κύκλους επανάληψης της ίδιας Ιστορίας- αρχαία, μέση, νεότερη- τόσο στο γυμνάσιο όσο και στο λύκειο, με σχολικά βιβλία που αν δεν αποπροσανατολίζουν, πάντως αφυδατώνουν και δυσκολεύουν τη μάθηση. Τα φτωχά αποτελέσματα στις εξετάσεις είναι ένας μόνο από τους δείκτες αυτής της αποτυχίας. Δυστυχώς η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα στην οποία η Ιστορία δεν διδάσκεται από ιστορικούς, και δεν υπάρχει η ειδικότητα του ιστορικού στο σχολείο. Την Ιστορία τη διδάσκουν γενικώς «φιλόλογοι» (ειδικότητα ΠΕ02), που σημαίνει απόφοιτοι σχολών της Φιλοσοφικής (φιλολογίας, ψυχολογίας-παιδαγωγικών, γαλλικής, αγγλικής, γερμανικής κλπ. φιλολογίας) που ενδέχεται να μην έχουν διδαχθεί ούτε ένα μάθημα Ιστορίας. Οταν καλούνται να διδάξουν Ιστορία όσοι δεν την έχουν διδαχθεί συνήθως αρκούνται στην πιστή αναπαραγωγή του σχολικού εγχειριδίου. Χωρίς ιδιαίτερες γνώσεις και ενδιαφέρον για το πεδίο, χωρίς βιβλιογραφική ενημέρωση, δεν μπορούν να ενεργοποιήσουν το ενδιαφέρον των μαθητών, ούτε βέβαια να μεταδώσουν την αίσθηση της ιστορικότητας. Η Ιστορία στο σχολείο γίνεται ένα βαρετό μάθημα που οδηγεί στην αποστήθιση. Οι απόφοιτοι των τμημάτων αυτών επιλέγονται με εξετάσεις στον ΑΣΕΠ με ενιαία ύλη της οποίας ο κεντρικός κορμός είναι τα φιλολογικά μαθήματα. Για τη διαιώνιση

Η διδασκαλία της Ιστορίας στο σχολείο γίνεται με τέτοιο τρόπο στα Γυμνάσια και στα Λύκεια με αποτέλεσμα να έχει καταλήξει ένα βαρετό μάθημα το οποίο οι μαθητές πρέπει απλώς να αποστηθίσουν αυτής της πρωτοτυπίας, προβάλλεται ως κύρια δικαιολογία ότι στην Ελλάδα, λόγω της γεωγραφικής κατανομής των σχολείων, καθώς και της κατανομής των ανθρωπιστικών μαθημάτων στο σχολικό πρόγραμμα, η καθιέρωση ειδικοτήτων θα ήταν μια αναποτελεσματική και περιττή πολυτέλεια. Το ίδιο γεγονός ωστόσο δεν εμποδίζει να γίνονται σεβαστές οι ειδικεύσεις των αποφοίτων της Φυσικομαθηματικής σε φυσικούς που διδάσκουν φυσική, σε μαθηματικούς που διδάσκουν μαθηματικά, σε χημικούς που διδάσκουν χημεία και σε βιολόγους που διδάσκουν βιολογία. Ο κύριος λόγος αυτής της αντιεπιστημονικής εμμονής στον ρόλο του «φιλολόγου» που διδάσκει τα πάντα είναι ότι δεν έχει αναγνωριστεί ακόμη η αυτοτελής συγκρότηση του ιστορικού κλάδου. Ως τώρα οι μηχανισμοί του υπουργείου Παιδείας κατέχονταν από το παρωχημένο πνεύμα του ελληνικού 19ου αιώνα που έβλεπε την Ιστορία ως παρακλάδι της φιλολογίας. Οφείλεται επίσης αυτή η καθυστέρηση και στο γεγονός ότι οι ιστορικοί- πανεπιστημιακοί ή ερευνητές- ελάχιστη προσοχή έδωσαν, ως τώρα, στην αναμόρφωση της διδασκαλίας της Ιστορίας στο σχολείο, σε αντίθεση με τους μαθηματικούς και τους φυσικούς επιστήμονες οι οποίοι έδειξαν ένα διαρκές και αποτελεσματικό ενδιαφέρον. Είναι όμως πλέον καιρός να αρθεί αυτός ο απαράδεκτος αναχρονισμός, ο οποίος έχει καταστροφικές συνέπειες τόσο ως προς τη διδασκαλία της Ιστορίας στο σχολείο, όσο επίσης και ως προς τη συγκρότηση του προγράμματος των ιστορικών τμημάτων, τα οποία τείνουν να μετατραπούν σε πανδιδακτήρια με την προσθήκη πλήθους φιλολογικών μαθημάτων, για να εξυπηρετήσουν την προσδοκώμενη επάρκεια των αποφοίτων τους. Αποτέλεσμα; Λίγο απ΄ όλα. Χρειάζεται επομένως να καθιερωθεί η ειδικότητα του ιστορικού στο σχολείο, και ταυτόχρονα να γίνει μια σοβαρή αναδιοργάνωση του αναλυτικού προγράμματος που αφορά την εκπαίδευση της Ιστορίας, η οποία κακώς περιορίζεται σε μια γεγονοτολογική αντίληψη. Η Ιστορία αφορά την προβληματική των σχέσεών μας με το παρελθόν, περιλαμβανομένης της συγκρότησης της ιστορικής συνείδησης και της συλλογικής μνήμης. Το αίτημα να διδάσκει κανείς το αντικείμενο που έχει σπουδάσει θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητο, χωρίς παραχωρήσεις σε λαϊκιστικές-συντεχνιακές απαιτήσεις να διδάσκουν όλοι όλα. Και δεν χρειάζεται βέβαια να επιχειρηματολογήσει κανείς επιπροσθέτως για το πόσο σημαντική είναι η διδασκαλία της Ιστορίας στο σχολείο για τη συγκρότηση της δημόσιας κουλτούρας και πολιτών με κριτική σκέψη.
Ο κ. Αντώνης Λιάκος είναι καθηγητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=46&ct=72&artId=299178&dt=18/04/2010#ixzz0lVvhWT2q

Τετάρτη 21 Απριλίου 2010

Ημερίδα στο πλαίσιο της διαδικασίας Διαμόρφωσης νέων Αναλυτικών


Το Γραφείο Διαμόρφωσης Αναλυτικών Προγραμμάτων σας προσκαλεί σε ανοιχτή Ημερίδα που διοργανώνει στο πλαίσιο της διαδικασίας Διαμόρφωσης νέων Αναλυτικών Προγραμμάτων, με κεντρικό ομιλητή τον Αλέξη Δημαρά, Ιστορικό Νεοελληνικής Εκπαίδευσης. Θέμα του, «Προκλήσεις και εξαρτήσεις για μια εκπαιδευτική μεταρρύθμιση: Ελλαδικές διαχρονικές εμπειρίες».

Στην Ημερίδα θα μιλήσει, επίσης, ο Πρόεδρος της Επιτροπής Διαμόρφωσης των νέων Αναλυτικών Προγραμμάτων κος Γιώργος Τσιάκαλος. Θέμα της ομιλίας του, «Όροι και συνθήκες επιτυχίας μιας Εκπαιδευτικής Μεταρρύθμισης».

21/4/2010

Λεμεσός, Ξενοδοχείο «ATLANTICA-MIRAMARE»

από τις 7:00 μ.μ. έως τις 9:00 μ.μ.

22/4/2010

Λευκωσία, Ξενοδοχείο «Holiday Inn»

από τις 7:00 μ.μ. έως τις 9:00 μ.μ.

Η ημερίδα τελεί υπό την αιγίδα

του Υπουργού Παιδείας και Πολιτισμού

κου Ανδρέα Δημητρίου.

Τρίτη 13 Απριλίου 2010

Ετήσια Έκθεση Υπουργείου Παιδείας για το έτος 2009

Η ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΓΙΑ ΤΟ 2009 ΕΧΕΙ ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΤΗΝ ΠΡΟΜΗΘΕΥΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ.

Ετήσια Έκθεση Υπουργείου Παιδείας για το έτος 2009

Με λένε Ειρήνη - Benim Adım Barış

Μια κοινή παραγωγή Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων μαθητών της ΕΔΟΝ και της Νεολαίας του Κόμματος Ενωμένη Κύπρος (ΒΚΡ). Η ταινία γυρίστηκε στα πλαίσια του δεκαημέρου επαναπροσέγγισης της ΕΔΟΝ και για να προβληθεί σε διάφορες σχετικές εκδηλώσεις


Με λένε Ειρήνη - Benim Adım Barış - The most amazing videos are a click away